Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΑΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΑΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

(Κάποιες σκέψεις για την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008).

Για ένα άτομο της δικής μου ηλικίας (πάνω από 50), μόνιμο κάτοικο μιας μεσογειακής χώρας με πολλά τριτοκοσμικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, το εύρος και η διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 ήταν κάτι το απρόσμενο. Όταν είχε γίνει η εξέγερση του Νοέμβρη του 1973, η ηλικία μου και ο προαστιακός τρόπος ζωής μου δεν μου είχαν επιτρέψει να αντιληφθώ την σημασία της και έτσι, όταν τελικά κατέβηκα να δω τα πράγματα από κοντά, όλα είχαν τελειώσει. Άσχετα, όμως, από το γεγονός ότι δεν έζησα την εξέγερση του 1973 από κοντά, είμαι σίγουρος ότι, πριν από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, ήταν η πιο σημαντική εξέγερση που συγκλόνισε την Ελλάδα. Μετά από αυτά, μπορώ να πω ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη ήταν η πρώτη μεγάλη εξέγερση που έζησα από κοντά.

Είναι φυσικό, όταν έχεις ζήσει μια τέτοια ιστορική εμπειρία, να προσπαθείς να βγάλεις κάποια συμπεράσματα, ούτως ώστε να καταλάβεις σε τι κόσμο ζεις και τι πρέπει να κάνεις για να ζήσεις, όσο το δυνατόν, λιγότερα επώδυνα την διαδρομή της ζωής σου μέσα σε αυτόν. Γιατί, κακά τα ψέματα, τέτοιες ιστορικές εμπειρίες τροποποιούν την αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο και για την θέση μας μέσα σε αυτόν, ακόμα κι αν δεν θέλουμε να το ομολογήσουμε στον εαυτό μας. Τώρα το προς ποια κατεύθυνση τροποποιούν την αντίληψή μας, δηλ. αν μας κάνουν πιο αισιόδοξους και ευέλπιδες ή πιο απαισιόδοξους και απέλπιδες, εξαρτάται από τη θετική ή αρνητική θέση που παίρνουμε απέναντι σε αυτά τα γεγονότα. Με λίγα λόγια, εμείς που είδαμε την εξέγερση σαν κάτι θετικό και συμμετείχαμε σε αυτήν, είναι φυσικό να μας γέμισε αισιοδοξία και ελπίδες για το παρόν και για το μέλλον, ενώ αυτοί που τάχθηκαν ενάντια στην εξέγερση, προσπάθησαν να την καταστείλουν και δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να τη συκοφαντούν, είναι φυσικό να αποκόμισαν από την εξέγερση κάποια απαισιοδοξία και πολλές διαψεύσεις.

Γιατί ισχυρίζομαι ότι η εξέγερση ήταν για μένα κάτι το απρόσμενο; Ο λόγος είναι απλός: Όλη μου τη ζωή την έζησα μέσα στον φόβο που προκαλεί η καθημερινή λεκτική, ψυχολογική ή και ωμή βία, που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, όπως χαρακτηρίζει τις κοινωνίες των βαλκανικών χωρών και των χωρών του τρίτου κόσμου. Μπορεί να μην υπήρξα γυναίκα, μετανάστης, τσιγγάνος, μειονοτικός ή ομοφυλόφιλος, όμως υπήρξα μαθητής σε δημόσια σχολεία, φοιτητής σε δημόσιο πανεπιστήμιο, ανειδίκευτος εργάτης, φυλακισμένος και έγκλειστος (ευτυχώς με δική μου πρωτοβουλία) σε ψυχιατρείο. Σαν μαθητής, φοιτητής, ανειδίκευτος εργάτης, φυλακισμένος και έγκλειστος σε ψυχιατρείο, γνώρισα από κοντά τον τρόμο και την αθλιότητα στην οποία εξαναγκάζονται να ζουν οι σωματικά ή κοινωνικά αδύναμοι, σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, όπου η σεξουαλικοποιημένη βία αποτελεί εθνικό σπορ και αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής ταυτότητας του ΄Ελληνα. Έχοντας, λοιπόν, μεγαλώσει σε μια χώρα, όπου από τα πρώτα νηπιακά χρόνια σε απειλούν άμεσα ή έμμεσα ότι θα σε γαμήσουν και ότι ο μόνος τρόπος για να ξεφύγεις το βιασμό είναι να γαμάς και να δέρνεις εσύ, έχοντας δει να αμείβονται επαγγελματικά και κοινωνικά τα μεγαλύτερα ή μικρότερα καθάρματα και να εξοντώνονται με ποικίλους τρόπους τα καλύτερα παιδιά, μερικά από τα οποία ήταν φίλοι και σύντροφοί μου, και ζώντας την άχαρη ηλικία μεταξύ 50 και 60 χρονών, που ο κόσμος αρχίζει να πεθαίνει, ήταν πολύ φυσικό να μην περιμένω και να μην ελπίζω σε έναν τέτοιο ξεσηκωμό, σαν την εξέγερση του Δεκέμβρη. Το ότι έβλεπα να τελειώνει η ζωή μου σε μια κοινωνία καθαρμάτων, αν κρίνουμε από το ποιοι επικρατούν και καθορίζουν την πορεία της, χωρίς να ελπίζω αλλαγές προς το καλύτερο, παρά μόνο στο επίπεδο της προσωπικής μου καθημερινότητας, δεν σήμαινε ότι είχα προσαρμοστεί στην ιδέα ότι ο κόσμος που θα υπάρχει πάντα θα είναι ο κόσμος της ελληνικής κοινωνίας, η οποία είναι πρώτη στο ρατσισμό, στη διαφθορά, στην αστυνομική βία, στο σεξισμό, στην κακοποίηση των γυναικών, στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, στο εμπόριο ναρκωτικών κλπ. σε σχέση με τις άλλες χώρες της δυτικής και νότιας Ευρώπης. Είναι αδύνατον να προσαρμοστεί κάποιος που καταπιέζεται στην ιδέα ότι δε θα υπάρξει ποτέ φως στο τούνελ. Προκειμένου να διατηρήσουμε «σώας τας φρένας», δηλ. να μην τρελαθούμε, πάντα θα περιμένουμε να μοιραστούμε τα βάσανά μας με άλλους ομοιοπαθείς μας και να κάνουμε κάτι από κοινού για να πολεμήσουμε αυτούς που μας καταδικάζουν σε μια καθημερινότητα που καταχρηστικά μπορούμε να την αποκαλούμε ζωή, μια που δεν μπορούμε να την αποκαλέσουμε καθημερινό θάνατο.

Αυτούς τους ομοιοπαθείς μου είδα να ξεσηκώνονται στην εξέγερση του Δεκέμβρη, να στιγματίζουν εγκλήματα και αδικίες που με αφορούν και προσωπικά, να αγωνίζονται για έναν κόσμο που με εκφράζει και να συγκρούονται με αυτούς που θεωρώ υπεύθυνους για τα βάσανα της ζωής μου. Μάλιστα, έχοντας έμμεση εμπειρία, μέσα από τις αφηγήσεις και τις περιγραφές των παιδιών μου, για τον τρόμο και την αθλιότητα που επικρατεί σήμερα στα ελληνικά δημόσια σχολεία, και άμεση εμπειρία από την αδιαφορία και την κακοήθεια δασκάλων, καθηγητών και γονέων, απέναντι στο δράμα που ζουν καθημερινά τα παιδιά στην Ελλάδα, όσα τουλάχιστον δεν ανήκουν σε σχολικές συμμορίες ή δεν είναι παιδιά μπάτσων, καθηγητών, μαφιόζων, νόμιμων εγκληματιών κ.ο.κ., οι οποίοι επιβάλλουν την τρομοκρατία των παιδιών τους μέσα στο σχολείο, θεώρησα απολύτως φυσιολογικό στην εξέγερση να πρωταγωνιστήσουν τα παιδιά και ιδιαίτερα τα παιδιά μεταναστών. Άλλωστε παιδί ήταν και ο 15χρονος Γρηγορόπουλος που δολοφονήθηκε στα Εξάρχεια από γνωστό τσαμπουκαλή της αστυνομίας, με συνέπεια η δολοφονία του να αποτελέσει αφορμή για την κοινωνική εξέγερση του Δεκέμβρη. Όπως παιδιά ή φοιτητές είναι πάντα οι περισσότεροι από αυτούς που κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας ενάντια στην ασυδοσία της αστυνομίας, των δικαστών και των δεσμοφυλάκων, και πέφτουν στα χέρια της αστυνομίας. Οι μεγάλοι, όταν δεν πρόκειται για μετανάστες ή κοινωνικές ομάδες που ζουν καθημερινά στο πετσί τους τη βία της ελληνικής κοινωνίας και προπαντός της αστυνομίας της, στη μεγάλη πλειοψηφία τους είτε είναι συμβιβασμένοι είτε συμμετέχουν ενεργά στο καθημερινό νόμιμο κοινωνικό έγκλημα, το οποίο πλήττει τα παιδιά, τους μετανάστες, τις γυναίκες, τους τσιγγάνους, τους μειονοτικούς, τους ομοφυλόφιλους και γενικά όλους τους κοινωνικά αδύναμους.

Μολονότι ωρίμασα πνευματικά και πολιτικά σε ένα περιβάλλον στο οποίο κυριάρχησε και κυριαρχεί ο λόγος της ελληνικής αριστεράς, ποτέ κατά τη διάρκεια της εξέγερσης δεν ξεγελάστηκα για να ελπίσω ότι στο πλευρό των εξεγερμένων μαθητών, φοιτητών και μεταναστών, θα κατέβαινε η ελληνική «εργατική τάξη», οι Έλληνες αγρότες, οι στρατιές των δημοσίων υπαλλήλων, των τραπεζικών, των υπαλλήλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας κλπ. όπως γινόταν παλιά στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των κοινωνικών εξεγέρσεων και έγινε πρόσφατα κατά την εξέγερση κατά του αιμοσταγούς δικτάτορα Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη Σερβία. Έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια συμμετέχοντας σε κοινωνικούς αγώνες, είχα προσωπική εμπειρία της αστικοποίησης και της αντιδραστικοποίησης των Ελλήνων εργαζομένων. Σε σχέση με την εποχή της δικτατορίας 1967-1974, που εγώ ήμουνα μαθητής του εξατάξιου γυμνασίου, οι λεγόμενες λαϊκές τάξεις γνώρισαν μιαν άνευ προηγουμένου οικονομική άνοδο η οποία, σε συνδυασμό με την μαζική μετανάστευση προς την Ελλάδα από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, τους κατέστησε αφεντικά. Και μάλιστα χειρότερα αφεντικά απέναντι στους μετανάστες από ό,τι ήταν τα αφεντικά απέναντί τους, προτού γίνουν οι ίδιοι αφεντικά. Η εξέλιξη της εξέγερσης επιβεβαίωσε τις απόψεις μου, όσον αφορά την αστικοποίηση, ή μικροαστικοποίηση αν θέλετε, της ελληνικής εργατικής και αγροτικής τάξης, καθώς και των εργαζομένων του τριτογενούς τομέα, δηλ. αυτών που παρέχουν διάφορες υπηρεσίας και οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία. Οι εξεγερμένοι μαθητές και μετανάστες φτάσανε να επιτεθούν στα αστυνομικά τμήματα όλων των μεγάλων πόλεων της χώρας, όπως γίνεται στις εξεγέρσεις στον τρίτο κόσμο, και οι εργάτες, οι αγρότες και οι υπάλληλοι κάθε είδους συνέχισαν κανονικά τη ζωή τους, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

Αλλά δεν ήταν μόνο το γεγονός της εξέγερσης που αναπτέρωσε το ηθικό του κάθε «πικραμένου». Ήταν και τα όσα βγήκαν στην επιφάνεια κατά την διάρκεια της εξέγερσης. Εγώ, όταν ξέσπασε η εξέγερση ήμουνα στο Βόλο από όπου αποκόμισα τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορικές εμπειρίες, όμως συμμετείχα και στα επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας, την Δευτέρα 8 Δεκέμβρη, όταν κάηκαν οι περισσότερες τράπεζες στην Πανεπιστημίου, στη Σταδίου και στην Ακαδημίας, τους κεντρικότερους δρόμους της πρωτεύουσας. Και αυτά που βγήκαν στην επιφάνεια ήταν συνθήματα και πρακτικές που ευνοούσαν τη συμμετοχή του κοινού στη διαμόρφωση της τύχης του μαζί με μια παράλληλη καταδίκη όλων των πολιτιστικών βρικολάκων του παρελθόντος, όπως η Εκκλησία, η αστυνομοκρατία, η δικαστική ασυδοσία, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο σεξισμός, η δημοσιογραφοκρατία, ο φασισμός κλπ. Δεν είναι μόνο τα συνθήματα και οι προκηρύξεις του Δεκέμβρη που πιστοποιούν την αλήθεια των ισχυρισμών μου. Είναι και ο τρόπος επικοινωνίας, συνεργασίας και οργάνωσης των εξεγερμένων. Οι πρακτικές της άμεσης δημοκρατίας, όπου ο καθένας, ο οποίος μπορούσε να ξεπεράσει το φόβο του και τη συστολή του, μπορούσε να μιλήσει και να ακουστεί, ήταν ο κανόνας σε όλες τις μαζώξεις των εξεγερμένων. Και όταν κάποια ύποπτα ή χαζά άτομα το «παραχέζανε» με την καταστροφική τους μανία ή βλακεία, πάντα εμφανιζόντουσαν κάποιοι να τους «βάλουν χέρι» και να τους εμποδίσουν. Και αν όχι πάντα, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Κοντολογίς η εξέγερση του Δεκέμβρη έδωσε σε πολλούς την ευκαιρία να δείξουν ποιοι είναι και με το μέρος τίνος συντάσσονται. Αν δηλ. αποτελούν μέρος του προβλήματος ή μέρος της λύσης.

Από τη δική μου εμπειρία από την εξέγερση στο Βόλο, πέρα από την επιβεβαίωση που αποκόμισα βλέποντας να πρωταγωνιστούν οι σύντροφοί μου αναρχικοί, αποκόμισα και πρωτοφανείς εμπειρίες ταύτισης των δικών μου εχθρών με τους εχθρούς των εξεγερμένων. Στο Βόλο χτυπηθήκανε, τουλάχιστον συμβολικά, όλοι οι βρικόλακες του παρελθόντος, όπως τους αποκαλώ πιο πάνω. Μάλιστα, είχα την τύχη να παρακολουθήσω και συναυλία συμπαράστασης στους φυλακισμένους της εξέγερσης, όπου από τους ράπερ και τους χιπχοπάδες άκουσα να διατυπώνονται με τον πιο ποιητικό τρόπο οι απόψεις μου, οι ελπίδες μου και τα όνειρά μου. Αλλά και το κλίμα που επικράτησε στους χώρους της εξέγερσης ήταν ένα κλίμα ελκυστικό προς όσους ήθελαν να συμμετάσχουν. Και κάτι τελευταίο, αν όχι γι’ αυτό μικρότερης σημασίας, είναι ότι κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων που έζησα στο Βόλο, όπως και αυτών στην Αθήνα, οι κάθε είδους φασίστες που το παίζουν αγανακτισμένοι πολίτες είχανε λουφάξει ενώ κάποιο μέρος του κοινού ακόμη και χειροκροτούσε τους διαδηλωτές.

Από την άλλη πλευρά, ο συρφετός των μέσων μαζικής ενημέρωσης, σε στενή συνεργασία με την αστυνομία και τα κόμματα που καταδυναστεύουν την ελληνική δημόσια ζωή, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, κάνανε ότι μπορούσαν είτε για να συκοφαντήσουν την εξέγερση σαν πλιάτσικο είτε για να την εκμεταλλευτούν πολιτικά, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια πρόωρη αλλά ευνοϊκή για τα κόμματα της αντιπολίτευσης εκλογική αναμέτρηση. Σε όσους ζήσαμε την εξέγερση τα Μ.Μ.Ε. έδειξαν ξεκάθαρα ότι στην σύγκρουση μεταξύ των κολασμένων και των παιδιών από την μια και των εκπροσώπων της βίας, του ψέματος και της αρπαχτής από την άλλη, παίρνουν ξεκάθαρα το μέρος των δεύτερων. Όμως, όσο και να προσπαθήσανε τα Μ.Μ.Ε. και τα κόμματα για να συσκοτίσουν την πραγματική εικόνα της εξέγερσης, η εξέγερση απλώθηκε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και σε πολλές μικρές, με συνέπεια να τη δει το μεγαλύτερο μέρος του κοινού με τα ίδια του τα μάτια.

Αυτήν την συσκότιση της πραγματικότητας κατάφερε η εξέγερση να κλονίσει ανεπανόρθωτα. Το επί χρόνια με το ψέμα και την βία καλλιεργούμενο παραμύθι της ειρηνικής και ευδαιμονούσας ελληνικής κοινωνίας έπαψε οριστικά να γίνεται πιστευτό, τόσο από τους εξεγερμένους και τους συμπαραστάτες τους όσο και από τους ποικίλους εχθρούς τους, όπως οι φασίστες και η εργοδοτική μαφία που εκμεταλλεύεται ασύστολα τους μετανάστες. Τη θέση των ξεπερασμένων ψευδαισθήσεων πήρε μια μελετημένη επίθεση ενάντια στους εξεγερμένους, η οποία πήρε τουλάχιστον δυο μορφές: Η μία ήταν η προκλητική απουσία της αστυνομίας και της πυροσβεστικής, όταν χρειαζόντουσαν να σωθούν από τις φωτιές κτίρια ολόκληρα, ούτως ώστε το μέγεθος των καταστροφών να τρομάξει το κοινό και να παρουσιάσει σαν αναγκαίο κακό την ασυδοσία των δυνάμεων καταστολής, και η άλλη ήταν η εξαιρετική βιαιότητα της καταστολής των εξεγερμένων, τόσο από την αστυνομία, όσο και από τα δικαστήρια. Γράφτηκε ότι τουλάχιστον πενήντα μετανάστες που πιάστηκαν κατά τις πρώτες και πιο επεισοδιακές μέρες της εξέγερσης, οδηγήθηκαν στα δικαστήρια και πριν προλάβουν να ειδοποιήσουν κανένα δικό τους ή αλληλέγγυο προς αυτούς, καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και απελάθηκαν. Ακόμα και μαθητές και φοιτητές που πιάστηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όχι μόνο κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους μπάτσους αλλά και φυλακίστηκαν με βαριές πρωτόδικες καταδίκες ή προφυλακίστηκαν με βαρύτατες κατηγορίες, όπως η κατηγορία για τρομοκρατία. Αυτή η βάρβαρη καταστολή σε συνδυασμό με την αδιαφορία της πλειοψηφίας των Ελλήνων εργαζομένων απέναντι στην εξέγερση, οδήγησε τελικά στη σταδιακή εξασθένηση και στο σταμάτημα των κινητοποιήσεων.

«Ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη» λέει ένα σύνθημα που ακούστηκε το Δεκέμβρη και εγώ το πιστεύω. Η εξέγερση μπορεί να κατεστάλη ή να κουράστηκαν οι εξεγερμένοι (έτσι γίνεται πάντα με τις εξεγέρσεις αργά ή γρήγορα), το ρήγμα όμως που άφησε να διαφανεί στην ελληνική κοινωνία παραμένει και θα παραμείνει αγεφύρωτο, όσο παραμένει ανεξέλεγκτη η εξουσία της κάθε είδους οικονομικής ή πολιτικής μαφίας που λυμαίνονται ασύδοτα αυτήν τη χώρα. Τα πιο καταπιεσμένα θύματα του νόμιμου εγκλήματος, οι μαθητές, οι μετανάστες, οι τσιγγάνοι και οι ανασφάλιστοι και ευκαιριακά απασχολούμενοι εργαζόμενοι, έχασαν πια και την τελευταία ελπίδα διαλόγου με τους καταπιεστές τους και γνωρίζουν καλά ότι ο μόνος τρόπος για να διεκδικήσουν την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους είναι μια υπόγεια δράση στα πλαίσια των λίγο-πολύ ελευθεριακών κοινοτήτων, όπως τα αυτόνομα στέκια και οι καταλήψεις στέγης, που ξεφυτρώνουν στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας σαν μανιτάρια. Αλλά και οι κάθε είδους καταπιεστές, αδυνατώντας να βάλουν φρένο στην λαιμαργία και στην ασυδοσία τους, γνωρίζουν καλά ότι η εποχή της παντοδυναμίας τους πλησιάζει στο τέλος της και γι’ αυτό έχουν ριχτεί με τα μούτρα στην καταβρόχθιση του κοινωνικού πλούτου, όσο έχουν ακόμα καιρό. Σύνθημά τους είναι το ρητό του Λουδοβίκου του 15ου, του οποίου ο γιος, ο Λουδοβίκος 16ος, οδηγήθηκε στη λαιμητόμο: «Μετά από μένα ο κατακλυσμός».

Δεν αυταπατώμαι ελπίζοντας σε μια θεαματική και ριζική κοινωνική αλλαγή. Ούτε περιμένω η οποιαδήποτε αλλαγή να έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Με λίγα λόγια δεν περιμένω μια επεισοδιακή πολιτική αλλαγή, όπως έγινε στη Σερβία, όταν η εξέγερση ανέτρεψε το δικτάτορα Μιλόσεβιτς. Όμως είμαι σίγουρος ότι, όπως ατόνησε και χάθηκε ομαλά από το προσκήνιο η εξέγερση, έτσι θα ατονήσει και θα χαθεί σιγά-σιγά η ασφυκτική λαβή την οποία έχουν επιβάλει στους μη προνομιούχους οι παραπάνω αναφερθέντες βρικόλακες-στηρίγματα της καταπιεστικής πλειοψηφίας, δηλ. η Εκκλησία, η αστυνομοκρατία, η δικαστική ασυδοσία, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο σεξισμός, η δημοσιογραφοκρατία, ο φασισμός κλπ. Όλοι αυτοί οι βρικόλακες στηρίζουν την εξουσία τους στην αναγκαστική συναίνεση των καταπιεζόμενων, που οφείλεται στην καλλιεργημένη σε αυτούς έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης. Αυτή η συναίνεση δεν υπάρχει πια, γιατί οι καταπιεσμένοι που εξεγερθήκανε το Δεκέμβρη ανέκτησαν την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή τους. Και, όντας πια λίγο-πολύ αισιόδοξοι για ένα καλύτερο μέλλον θα συνεχίσουν την αντίσταση υπόγεια, μέσα από τους ελευθεριακούς και αυτόνομους χώρους και θεσμούς. Όταν οι καταπιεσμένοι παύουν να είναι γονατιστοί, οι καταπιεστές παύουν να τους βλέπουν αφ’ υψηλού και έτσι εγκαταλείπουν τη μαγκιά και το νταηλίκι που τους χαρακτηρίζει. Τότε καταλήγουν στις «τρύπες» τους, όπου π.χ. τους παρακινεί να κρυφτούν ένα γνωστό επαναστατικό τραγούδι του κορυφαίου χιπχοπά Javaspa. Από αυτές τις τρύπες εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο, όμως ο λόγος αυτός ποντάρει στην αδυναμία των καταπιεσμένων να αυτοκυβερνηθούν και όχι στο ασύστολο ψέμα και στην ωμή βία, όπως γίνεται μέχρι τώρα στην Ελλάδα.

Ίσως να ακούγονται υπερβολικά αισιόδοξα αυτά που λέω, τουλάχιστον για τους νέους που δεν έχουν ζήσει ανεπαίσθητες, αργές αλλά ουσιαστικές αλλαγές στην κοινωνία κατά τη διάρκεια μιας «μακράς ζωής». Εγώ, όμως, που είχα την τύχη ή την ατολμία για να ζήσω περισσότερο από αρκετούς συντρόφους μου, έχω δει αλλαγές που, όταν ξεκίνησα τη συμμετοχή μου στους κοινωνικούς αγώνες, μου φαινόντουσαν απίστευτες για την Ελλάδα. Χαρακτηριστικά αναφέρω την εξάπλωση και την ενδυνάμωση του αναρχικού χώρου, ο οποίος με τους αγώνες τους, τους φυλακισμένους και τους νεκρούς τους, πρωταγωνίστησε στους κοινωνικές συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών. Αυτό ήταν ανέλπιστο στην ελληνική μεταπολιτευτική πραγματικότητα της δεκαετίας του ΄70, όταν οι ακροαριστεροί κατεβάζανε χιλιάδες στις διαδηλώσεις, σε κάποιες φάσεις δέρνανε τους αναρχικούς, ενώ οι δικαστές προσποιούνταν ότι δεν ξέρουν τίποτα για αναρχία και καταδίκαζαν τους αναρχικούς ακόμη και για συνθήματα όπως το «Κάτω το κράτος» και την προσφώνηση «ρε» σε μπάτσο. Όπως ανέλπιστες ήταν και οι καταλήψεις, οι οποίες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 είχαν εξαπλωθεί σε όλη τη δυτική Ευρώπη, όμως στην Ελλάδα ξεκίνησαν το 1981 και αφού την πολιτική εξουσία είχε χάσει η «μεγάλη συντηρητική παράταξη» που κυβέρνησε την Ελλάδα επί 7 χρόνια μετά την δικτατορία. Ακόμα και οι ομοφυλόφιλοι που κατά τη δεκαετία του 1970, όπως και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αντιμετωπιζόντουσαν σαν εγκληματίες, σήμερα μπορούν να συστήνουν συλλόγους και να διακινούν τα έντυπά τους, χωρίς να γίνονται θύματα πογκρόμ ή λιντσαρίσματος.

Ζώντας, λοιπόν, σε μια κοινωνία διασπασμένη και γεμάτη αντιθέσεις, οι οποίες μερικές φορές παίρνουν με πρωτοβουλία των κάθε είδους καταπιεστών τη μορφή κοινωνικού πολέμου, και έχοντας πάρει την απόφαση να αποτελώ μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος, όταν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης είδα ότι δεν είμαι, λίγο-πολύ, μόνος αλλά υπάρχουν χιλιάδες που βλέπουν σαν εχθρούς τους ίδιους που βλέπω και εγώ, μπορώ να πω ότι αναζωογονήθηκα, ή επί το λαϊκότερο γέμισα τις μπαταρίες μου. Όπως τις μπαταρίες τους γέμισαν όλοι όσοι παλεύανε όλα αυτά τα χρόνια και βλέπανε, σιγά-σιγά, να τους εγκαταλείπουν οι ελπίδες τους και τα όνειρά τους για ένα διαφορετικό, καλύτερο κόσμο. Και το κυριότερο; Όπως αυτοί, έτσι κι εγώ δεν περιμένουμε κάποια εντυπωσιακή κοινωνική επανάσταση για να αρχίσουμε να ζούμε σε έναν κόσμο που μας ταιριάζει περισσότερο από τον κόσμο της πλειοψηφίας. Σε αυτόν το δικό μας κόσμο, τον κόσμο της αντίστασης, του αλληλοσεβασμού και της αλληλεγγύης, ο οποίος βγήκε στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, θα συνεχίσουμε να ζούμε και μετά την εξέγερση και καλούμε να τον γνωρίσουν από κοντά όλοι αυτοί που έχουν χάσει κάθε ελπίδα για μια ζωή με ενδιαφέρον και όχι μια απλή, αργή, κουραστική, αποκαρδιωτική επιβίωση.

Αθήνα 6-3-2009

sitemaker.gr/fakyris/

Φίλιππας Κυρίτσης

ΑΝΑΒΟΛΗ ΔΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΩΝ

Αναβλήθηκε τελικά η δίκη δύο μαθητών σχολείων του Πειραιά που είχαν συλληφθεί στις 11 Δεκέμβρη.

Εξω από το δικαστικό Μέγαρο Πειραιά ήταν περίπου 300 ατομα, 150 μαθητές, εκπαιδευτικοί και άλλοι πολίτες για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους στους διωκόμενους μαθητές. Ισχυρή και προκλητική η παρουσία των δυνάμεων καταστολής που για λίγο έκαναν σωματικό έλεγχο στους εκπαιδευτικούς και στους μαθητές που έμπαιναν στο κτίριο αφού πέρναγαν και από το αντίστοιχο μηχάνημα!

Ο σωματικός αυτός έλεγχος σταμάτησε μετά από έντονες διαμαρτυρίες εκπαιδευτικών και δικηγόρων. Μαθητές και εκπαιδευτικοί φώναξαν συνθήματα ενάντια στην κρατική καταστολή και στην αντιδραστική πολιτική του συστήματος. Ο κόσμος άρχισε να αραιώνει κατά τις 1.30 όταν φάνηκε πως η υπόθεση δε θα προλάβαινε να εκδικαστεί και πως θα έπαιρνε αναβολή.

Η δίκη αναβλήθηκε για τις 8 Οκτώβρη.

δραση – αλληλεγγυη στους διωκομενους μαθητες

δραση – αλληλεγγυη στους διωκομενους μαθητες
του Δεκεμβρη που δικαζονται 9-3-09.
Κυριακη 8-3-09 7μμ
Μαθητικη Συναυλια Μουσικου Σχολειου Πειραια
ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΡΑΗ-Δημοτικό Θέατρο
Δευτερα 9-3-09
Συγκεντρωση δικαστηρια Πειραια  11π.μ. (σκουζε κ φιλωνος)
σταση εργασιας ΕΛΜΕ Πειραια

ΖΑΠΑΤΙΣΤΑΣ: «ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΗ Ελλάδα»

Το Διεθνές Φεστιβάλ της Οργής της Αξιοπρέπειας (πρωτοβουλία του EZLN) ξεκίνησε στις 26 Δεκέμβρη στην Πόλη του Μεξικού με τη συμμετοχή 280 οργανώσεων και συλλογικοτήτων από 26 χώρες του κόσμου.

2 Γενάρη, Σαν Κριστόμπαλ, Τσιάπας, Μεξικό. Με ένα μήνυμα αλληλεγγύης στην εξεγερμένη Ελλάδα, που το διάβασε στα ελληνικά, ξεκίνησε την ομιλία του ο Subcomadante Marcos:
“Συντρόφισσα, σύντροφε. Εξεγερμένη Ελλάδα. Εμείς, οι πιο μικροί, από αυτή τη γωνιά του κόσμου, σε χαιρετάμε.
Δέξου το σεβασμό μας και το θαυμασμό μας γι’ αυτό που σκέφτεσαι και κάνεις. Από μακριά μαθαίνουμε από σένα. Ευχαριστούμε”
.

xairetismos_marcos

Μέσα σε χειροκροτήματα και συνθήματα «Grecia vive, la lucha sigue” οι μκρές συντρόφισσες ζαπατίστας, Τονίτα και Λουπίτα, δώρισαν στους εξεγερμένoυς της Ελλάδας εκ μέρους της  Κομαντάντσιας του EZLN, έναν πίνακα που συμβολίζει τον αγώνα για την αυτονομία τους ριζωμένο στη γη που ανέκτησαν το 1994.
Για την αξιοπρεπή, οργισμένη νεολαία της Ελλάδας. Με σεβασμό και θαυμασμό. Από τον EZLN. Γενάρης του 2009” (Para la digna juventud rabiosa de Grecia. Con respeto y admiracion. De EZLN. Enero 2009) Ο πινακας ειναι αντιγραφο εργου της Μπεατρίς Αουρόρα ο οποιος απεικονιζει το Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας.

7-martiou-2009

Για τη Δευτέρα 9-3-09

ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΙ …

ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΙΩΠΟΥΝ ;

Τη Δευτέρα 9-3-09 δικάζονται παιδιά. Τα παιδια μας. Οι μαθητές μας.

Τι έκαναν ; Οργίστηκαν.

Ακουσαν πως ένας συμμαθητής τους δολοφονήθηκε στην πλατεία που

βρισκόταν με την παρέα του.

Τα σχολεία ηταν σε κατάληψη.

Μπορούσαν να πάνε σπίτια τους να κοιμηθούν.

Μπορούσαν να πάνε σε «ινφο-καφε» να παίξουν «ον-λάιν» παιχνίδια.

Ενιωσαν, όμως, πως συμπάσχουν σε μια κοινωνία ωχαδελφισμού.

Και βγήκαν να πορευτούν διαμαρτυρόμενοι.

Εμεις τους μαντρώσαμε και τους δικάζουμε.

Αντιμέτωπους με το κράτος και τα δεσμά στην τρυφερή τους ηλικία.

Ποιό μάθημα δίνουμε ;

Αυτό, που κουνώντας το κεφάλι τόσα χρόνια, σιχτιρίζαμε ;

Σημερα η νεολαια δεν εχει αξιες, η νεολαια του φραπε”.

Και ετσι τους ξαναστέλνουμε στα καφε ;

Αβουλους – απολίτικους

Χωρίς συμμετοχή στα κοινά ‘ανταμα να περιμένουν ενα θάμα’.

Εμείς οι δάσκαλοί τους , που τους διδάξαμε Πρεβέρ πως:

Βγαινοντας απ’ το σχολείο…

πάνω στο σιδηρόδρομο

Αρχίσαμε να τρέχουμε να τρέχουμε

Πίσω από το χειμώνα

Ώσπου στο τέλος τον πατήσαμε.

Κι έτσι το σπίτι πια σταμάτησε να τρέχει

Κι η άνοιξη που ήταν σταθμάρχης

Βγήκε και μας χαιρέτησε”.

Θα τους χαιρετήσει η ανοιξη ; Ειμασταν τάχατες μόνο λόγια ;;;

· Στάση εργασίας και συγκέντρωση.

· Τη Δευτέρα 9/3/09

· Μπροστά στα δικαστήρια του Πειραιά

· Να δώσουμε το παρόν, οπως μας αντιστοιχεί…

· Να είμαστε όλοι εκεί…

· Να εκφράσουμε ενεργά την αλληλεγγύη μας στους

δικαζόμενους μαθητές μας…!

«Πρωτοβουλία γιά την αυτοοργάνωση στην εκπαίδευση»