3 Ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμο– Gilles Dauve

απο τη βιβλ/θηκη του      rioter

1. Μπορεί το προλεταριάτο να εμποδίσει την καπιταλιστική κοινωνία απ’ το να μετατρέπεται κατά περιόδους σε δικτατορία;

Όχι. Η ταξική σύγκρουση ορίζει τη σύγχρονη εποχή, όπως και τα επίκεντρα γύρω από την υποταγή ή/και την αντίσταση της εργατικής τάξης, την ανταρσία, την εξέγερση… Δε σημαίνει ότι τα αφεντικά θα μπορούσαν να εκτρέψουν την πολιτική ροή ανά πάσα στιγμή και να αποφύγουν τις παρενέργειες της ίδιας της απόπειράς τους να αλλάξουν την ιστορία.

Για παράδειγμα, η ενεργή ταξική σύγκρουση καθόρισε τη γέννηση και τη ζωή της Δημοκρατίας της Βαιμάρης. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η επανάσταση οξύνθηκε στη Γερμανία από τις συνδυασμένες δυνάμεις δημοκρατίας και φασισμού (τα Freikorps που χρησιμοποιήθηκαν από την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση υπό το SPD για να τσακίσουν τις εργατικές εξεγέρσεις του 1919-1920, ήταν αυθεντικές φασιστικές ομαδοποιήσεις, από τις οποίες θα προκύψουν πολλοί μετέπειτα υψηλόβαθμοι ναζί). Το σύστημα της Βαϊμάρης οικοδομήθηκε πάνω στις προλεταριακές επιθέσεις και υποχωρήσεις. Οι εργάτες τότε υπέπεσαν σε μια υποβαθμισμένη και συσκοτισμένη αδυναμία: το συμβουλιακό κίνημα περιορίστηκε σε έναν γραφειοκρατικό θεσμικό μηχανισμό, και η επανάσταση που απέτυχε άνοιξε το δρόμο για ένα σοσιαλιστικού προσανατολισμού καθεστώς με κυρίαρχη την αριστερά. Οι πιέσεις που εξασκούσε η εργατική τάξη, και η σύγκρουση μεταξύ μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας και επαναστατικών μειοψηφιών, διαμόρφωσαν το κλίμα αυτής της μεταπολεμικής περιόδου. Ακόμα κι όταν ανέβηκαν σε θέσεις εξουσίας δεξιοί πολιτικοί, ακόμα και με τον Hintenburg ως πρόεδρο (το SPD κάλεσε να τον ψηφίσουν ως ανάχωμα εναντίον του Hitler…), οι εργάτες διατηρούσαν τον δυναμισμό των πρώτων μερών της Βαιμάρης, και καμιά φορά, την αποφασιστικότητά τους.

Όμως τα συνδυασμένα κι εχθρικά βάρη του SPD και του KPD αποτελούσαν τις ξεχωριστές αδυναμίες τους. Με το κραχ του 1929, όταν ακόμα και η κυρίαρχη τάξη έπρεπε να πειθαρχηθεί, το κεφάλαιο αυτή τη φορά ανακάλυψε ότι δεν είναι μόνο οι ριζοσπάστες αλλά ακόμα και οι αξιοσέβαστοι συνδικαλιστές ηγέτες που θα μπορούσαν να αποτελούν ένα κίνδυνο. Ο αστικός-ρεφορμιστικός συμβιβασμός τέθηκε σε κίνηση από τους εργάτες 14 χρόνια πριν γίνει περισσότερο κατάρα παρά ευχή.

Ο Χιτλερισμός δεν ήταν αναπόφευκτος, με τους χοντροειδείς και δολοφονικούς τρόπους του. Όμως στις 30 Γενάρη 1933, μια ισχυρή κεντρική εξουσία, ήταν αυτό που άκουγες παντού, και οι μόνες επιλογές που έμεναν στη Γερμανία ήταν απόλυτα κρατιστικές και καταπιεστικές, ρυθμιζόμενες πέρα από κει που έφτανε το προλεταριάτο.

Παραδόξως, είναι η ίδια δύναμη της μισθωτής εργασίας (ρεφορμιστών και ριζοσπαστών) που της στερεί κάθε λόγο στη ρύθμιση των πραγμάτων.

2. Πόσο μπορεί να συνεισφέρει ο αντιφασισμός σε ένα επαναστατικό κίνημα;

Καταρχήν, ο αντιφασισμός δεν είναι ένα ομοιογενές φαινόμενο. Ο Durruti, ο Orwell, και ο Santiago Carrillo όλοι τους συγκαταλέγονται στους αντιφασίστες. Όμως, το ερώτημα παραμένει: Ενάντια σε τι είναι ο αντιφασισμός; Και υπέρ τίνος ακριβώς πράγματος;

Είμαι ενάντια στον ιμπεριαλισμό, είτε γαλλικός, είτε βρετανικός, αμερικανικός ή κινέζικος. Δεν είμαι όμως «αντιιμπεριαλιστής», μιας και μια αυτό δηλώνει μια πολιτική τοποθέτηση που υποστηρίζει και τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα που αντιτίθενται σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Είμαι (όπως και το προλεταριάτο) ενάντια στο φασισμό, είτε παίρνει τη μορφή του Hitler είτε του Le Pen. Δεν είμαι «αντιφασίστας» μιας και αυτή είναι μια πολιτική τοποθέτηση που θεωρεί το φασιστικό κράτος ή τη φασιστική απειλή σαν έναν πρώτο και κυρίαρχο εχθρό που πρέπει να καταστραφεί με κάθε κόστος, π.χ. συμμαχώντας με τους αστούς δημοκράτες ως το μη-χείρον, ή αναβάλλοντας την επανάσταση για όταν ο φασισμός θα έχει νικηθεί.

Αυτή είναι η ουσία του αντιφασισμού. Ο «επαναστατικός αντιφασισμός» είναι μια αντίφαση όρων, ένα οξύμωρο. Οτιδήποτε κομμουνιστικό αναπόφευκτα πάει πέρα από το πλαίσιο του αντιφασισμού, και αργά ή γρήγορα συγκρούεται μαζί του. Όταν οι ισπανοί εργάτες πήραν τα όπλα ενάντια στη στρατοκρατία τον Ιούλιο του ’36, προφανώς πολεμούσαν το φασισμό, όμως (όπως κι αν αποκαλούσαν τον εαυτό τους) δε δρούσαν ως αντιφασίστες, καθώς η κίνησή τους στόχευε τόσο τους φασίστες όσο και το δημοκρατικό κράτος. Κατόπιν, ωστόσο, όταν αφέθηκαν να παγιδευτούν μέσα στα θεσμικά πλαίσια, έγιναν «αντιφασίστες», πολεμώντας τους φασίστες εχθρούς τους, ενώ την ίδια στιγμή υποστήριζαν τους δημοκράτες εχθρούς τους.

Επαναστατικές κριτικές του αντιφασισμού έχουν επανειλημμένα κατηγορηθεί ότι σαμποτάρουν την μάχη ενάντια στο φασισμό, ότι είναι «αντικειμενικοί» σύμμαχοι του Franco ή του Hitler, κάτι που συχνά φτάνει στο «υποκειμενικό»- Η τραγική ειρωνεία είναι ότι μόνο το προλεταριάτο και οι κομμουνιστές είναι ουσιώδεις αντίπαλοι του φασισμού. Ο αντιφασισμός είναι πάντοτε περισσότερο υποστηρικτής της δημοκρατίας παρά πολέμιος του φασισμού: δε θα πάρει αντι-καπιταλιστικά μέτρα για να απωθήσει το φασισμό, και θα προτιμήσει την ήττα του παρά να ρισκάρει ένα προλεταριακό ξέσπασμα. Δεν ήταν ατύχημα ούτε λάθος που οι ισπανοί αστοί και οι σταλινικοί σπατάλησαν χρόνο και ενέργεια για να εξολοθρεύσουν τις αναρχικές αγροτικές κομμούνες, όταν υποτίθεται ότι έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν τον πόλεμο: η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα τους δεν ήταν ούτε υπήρξε ποτέ η συντριβή του Franco, αλλά το να διατηρήσουν τις μάζες πειθαρχημένες.

Οπότε, το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν πολλά είδη αντιφασισμού, και ότι μη-επαναστατικά αντιφασιστικά στοιχεία μπορούν να γίνουν επαναστατικά, όπως μπορούν φυσικά και πολλοί άλλοι, αλλά ότι ο αντιφασισμός ως τέτοιος, προκειμένου να αποφύγει ένα δικτατορικό κράτος, υποκύπτει στο δημοκρατικό κράτος. Αυτή είναι η φύση του, η λογική του, το αποδεδειγμένο παρελθόν του, και όλα τα «ναι μεν αλλά» σχετικά με αυτό, πνίγηκαν στο αίμα της Βαρκελώνης του Μάη του ’37, των εργατών που ήλπιζαν να ξεπεράσουν τον συμβιβαστικό αντιφασισμό. Ο αντιφασισμός δεν είναι μια συνάντηση που πάει κάποιος και υιοθετεί ένα νέο πρόγραμμα. Δεν είναι μια μορφή: έχει δικό του περιεχόμενο και πολιτική ουσία. Δεν είναι ένα «αστικό» μόρφωμα όπου η προλεταριακή ανατροπή θα μπορούσε να φωλιάσει τη σάρκα της.

Δε χρειάζεται να πω, ότι αυτό που προτείνω δεν είναι οι καθαρογραμμίτες κομμουνιστές που παίρνουν μέρος μόνο σε επιθέσεις εναντίον της μισθωτής εργασίας και μένουν αμόλυντοι από κάθε αντιφασιστική ομάδα, περιμένοντας από αυτές το πολύ-πολύ να συμβαδίσουν με τους ίδιους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόρριψη του κάθε τι φασιστικού (εθνισμός, ρατσισμός, σεξισμός, εθνικισμός, νόμος και τάξη, αντιδραστική κουλτούρα κλπ) είναι συχνά ένα πρώτο βήμα προς την ανταρσία. Πράγματι, αρκετοί νέοι άνδρες και γυναίκες παίρνουν μέρος σε διαδηλώσεις ενάντια στο γαλλικό «Εθνικό Μέτωπο» επειδή καταλαβαίνουν ότι τους ζητά ακόμα περισσότερη υποταγή σε μια κοινωνική τάξη που μισούν, κι όχι επειδή αποτελεί απειλή για την κοινοβουλευτική δημοκρατία που ούτως ή άλλως δεν τους ενδιαφέρει και τόσο. Εδώ εισέρχονται και οι πολιτικάντηδες που προσπαθούν να χειραγωγήσουν αυτήν την κίνηση σε μια υποστήριξη της δημοκρατίας. Αυτές οι τυχαίες χειρονομίες θα αναπτυχθούν σε μια κριτική των θεμελίων αυτού του κόσμου αν αρνηθούν τη βάση του αντιφασισμού: το σεβασμό για το δημοκρατικό καπιταλισμό. Μόνο καταδεικνύοντας τα ζητήματα αυτά μπορούμε να συνεισφέρουμε στην ωρίμανση αυτή.

Το τσάκισμα του φασισμού σημαίνει να καταστρέφουμε τις προϋποθέσεις του, δηλαδή τα κοινωνικά αίτιά του, δηλαδή τον καπιταλισμό.

3. Πως μπορούμε να πολεμήσουμε μια από τις χειρότερες διασπαστικές δυνάμεις στο εσωτερικό του προλεταριάτου: το ρατσισμό;

Πάντως σίγουρα όχι με το να προσθέτουμε το ρατσισμό ως άλλο ένα θέμα στην ατζέντα του αντι-καπιταλισμού.

Ο ρατσισμός πιάνεται από μια διαφορά. Ο αντιρατσισμός κάνει το αντίθετο: δίνει έμφαση σε κάτι κοινό που ο ρατσισμός διαιρεί. Αυτό το κοινό στοιχείο είναι συνήθως η ανθρωπότητα ή η ανθρωπιά. Τώρα, όταν η αστική τάξη κάνει επίσης έκκληση σ’ αυτό, σε σχέση με τους εργάτες της, πώς μπορούν να φέρουν αντίρρηση οι επαναστάτες; Προφανώς το κοινό στοιχείο δεν μπορεί να είναι το ίδιο γι αυτούς που διευθύνουν αυτόν τον κόσμο και γι αυτούς που θέλουν να τον αλλάξουν.

Στην πραγματικότητα, αυτό που τείνουμε να κάνουμε είναι να αντικαθιστούμε το «είμαστε όλοι άνθρωποι», με το «είμαστε όλοι προλετάριοι». Λέμε λοιπόν: α) ένας μαύρος εργάτης είναι το ίδιο με έναν λευκό εργάτη, β) και οι δύο δεν είναι το ίδιο με ένα μαύρο αφεντικό ή ένα λευκό αφεντικό. Το ζήτημα είναι ότι αυτό δε χτυπά τον ρατσισμό. Υποστηρίζει την αλληλεγγύη, όπως και θα πρεπε, αλλά η αλληλεγγύη βρίσκεται σε έλλειψη, ακριβώς λόγω του ρατσισμού. Έτσι, απλώς αντικαθιστούμε τον ανθρωπιστικό αντιρατσισμό με έναν προλεταριακό. Ωστόσο και οι δύο αντιμετωπίζουν το ρατσισμό με την πιο επιφανειακή του μορφή, αγνοώντας τα αίτιά του.

Το ’68, αν και υπήρχαν ρατσιστές, ανάμεσα και στους μισθωτούς, η γαλλική αστική τάξη δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ρατσισμό ως μείζον εργαλείο διαίρεσης, λόγω της τάσης για ενότητα που επέφερε ο μαζικός ταξικός αγώνας. Αργότερα, καθώς η μαχητικότητα των εργατών υποχώρησε, εμφανίστηκαν οι διαιρέσεις. Για να αναφέρουμε ένα μόνο σημαντικό σημείο, η απεργία του 1983 στο Talbot αποκάλυψε ένα αυξανόμενο σχίσμα ανάμεσα στους λεγόμενους εγχώριους και ξένους εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας. Μια τέτοια εξέλιξη ήταν περισσότερο αποτέλεσμα παρά αιτία. Είναι μόνο σύμπτωση που το 1983-4 ήρθε η άνοδος του Εθνικού Μετώπου; Δεν είναι η έλλειψη κατάλληλων αντιρατσιστικών εκστρατειών που βοήθησε τον Le Pen να κερδίσει γύρω στο 15% των ψήφων. Είναι η παρακμή της συλλογικής αντίστασης ανάμεσα στους εργαζομένους. Ο ρατσισμός εκδηλώνεται ως μια ιδεολογία, αλλά δεν είναι πρώτιστα ιδεολογικός. Είναι ένα πρακτικό φαινόμενο, μια κοινωνική σχέση: μια από τις πιο ζοφερές όψεις του ανταγωνισμού ανάμεσα στους μισθωτούς εργαζομένους, μια συνέπεια της παρακμής των κοινοτήτων ζωής και αγώνα. Η «φυλετικοποίηση» της εργατικής τάξης πάει χέρι χέρι με την εξατομίκευση.

Το προλεταριάτο δεν είναι αδύναμο επειδή είναι διαιρεμένο: είναι η αδυναμία του που τρέφει τη διαίρεση. Έτσι, ό,τι το κάνει πιο δυνατό είναι που χτυπάει το ρατσισμό. Ενώ αποφεύγει τον οργανωμένο ανθρωπιστικό αντιρατσισμό, μπορεί κανείς να πολεμήσει το ρατσισμό, όπου τον αντιμετωπίζει στην πραγματική ζωή, όπως πολλοί μη-ρατσιστές προλετάριοι κάνουν σε μια παμπ, σ ένα μαγαζί ή σε μια ουρά, αναδημιουργώντας ενός είδους αυτόνομες κοινότητες.

Για παράδειγμα, το κίνημα του Δεκέμβρη του ’95 έβαλε τέλος στη ρητορική του Le Pen. Αναλόγως, ένας αριθμός ταραχών έχουν φέρει κοντά ανθρώπους από τη βόρεια Αφρική, μαύρης και «λευκής» καταγωγής.

Το κομμουνιστικό κίνημα έχει ταυτόχρονα ένα ταξικό κι ένα ανθρώπινο περιεχόμενο. Μια ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι: ποιες ταξικές αγωνιστικές δράσεις φέρνουν τους προλετάριους μαζί, και τείνουν έμπρακτα να χτυπούν τον ρατσισμό;

Οι εργάτες μπορεί να είναι μαχητικοί και ρατσιστές την ίδια στιγμή.

Το 1922, τα αφεντικά στην Νότια Αφρική μείωσαν τους μισθούς των λευκών εργατών στα ορυχεία και άνοιξαν έναν αριθμό θέσεων εργασίας στους μαύρους. Οι διαδηλώσεις των «λευκών» κατέληξαν σε λουτρά αίματος: πάνω από 200 εργάτες σκοτώθηκαν. Όπως και στις απεργίες ενάντια στην γυναικεία ή τη ξένη εργασία, ήταν κι αυτή μια αυτό-άμυνα των μισθωτών, στη χειρότερη μορφή της.

Από την άλλη, όταν η Ολλανδία βρισκόταν υπό την κατοχή της ναζιστικής Γερμανίας, οι Ολλανδοί εργάτες κατέβηκαν σε απεργία ενάντια στις διακρίσεις και τις απελάσεις που υφίσταντο οι Εβραίοι και οι Εβραίοι εργαζόμενοι.

Το κλειδί, για να κατανοήσουμε την αντιδραστική στάση των εργατών της Νότιας Αφρικής ή την αλληλεγγύη των Ολλανδών, δε βρίσκεται στο δίπολο ρατσισμός/αντιρατσισμός. Τα μυαλά στοιχειώνονται από κοινωνικές σχέσεις και δράσεις του παρελθόντος. Όσο πιο ανοιχτή, διεθνής, δυνητικά οικουμενική και συνεπώς «ανθρώπινη» είναι μια διεκδίκηση ή μια δράση, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να στριμωχτεί σε ένα σεξιστικό, ξενοφοβικό ή ρατσιστικό πλαίσιο.

Φανταστείτε ένα χώρο εργασίας. Ένας αγώνας για να σώσουμε τις δουλειές μας θα μπορούσε πολύ πιο εύκολα να φέρει την εργατική δύναμη πιο κοντά στο ρατσισμό απ’ ό,τι, ας πούμε, η διεκδίκηση 20 λιρών αύξησης την εβδομάδα για κάθε έναν εργαζόμενο. Το πρώτο παγιδεύει τους ανθρώπους σε αμυντικές χειρονομίες, τους απομονώνει στη «δική τους» υπόθεση, τους διαχωρίζει από τους άλλους χώρους εργασίας και τελικά και μεταξύ τους (ποιος θα «πάρει πόδι», ελπίζω να είναι κανένας συνάδελφος, κι όχι εγώ!). Όσο ταπεινή κι αν είναι η δεύτερη διεκδίκηση ενώνει τους προλεταρίους ασχέτως γένους, εθνικότητας ή επαγγελματικής ικανότητας, και μπορεί να τους συνδέσει και με άλλους χώρους εργασίας πέραν του δικού τους, καθώς κι άλλοι άνθρωποι μπορεί να πάρουν ανάλογες πρωτοβουλίες ζητώντας για μια τέτοια αύξηση, ή για κάτι ακόμα πιο ενοποιητικό.

Μερικές διεκδικήσεις και τακτικές ενισχύουν τις επαγγελματικές, τοπικές ή «φυλετικές» διαφορές. Αλλες ανοίγουν το δρόμο για τη συμμετοχή μιας ολοένα και μεγαλύτερης κοινότητας, ανοίγουν νέα θέματα και γκρεμίζουν τις «εθνικές» κλπ διαιρέσεις.

Ο μόνος τρόπος να νικήσουμε το ρατσισμό είναι να τον αντιμετωπίσουμε σε ένα γενικό και «πολιτικό» επίπεδο, δείχνοντας με ποιον τρόπο οι διακρίσεις μεταξύ των προλεταριων (και ο ρατσισμός ακόμα περισσότερο απ’ όσο η ξενοφοβία) πάντοτε καταλήγουν με τους ίδιους τους προλεταριους σε πολύ πιο δυσμενή, υποβαθμισμένη, καθυποταγμένη θέση.

Ο ρατσισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί, όμως όχι σαν ένα ξεχωριστό ζήτημα, και ποτέ ως μια παρανοϊκή ιδεολογία που πρέπει να συντριβεί από μερικούς θερμόαιμους.

Δείτε ακόμα: Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο – Gilles Dauve

 

 

Το εξαιρετικό παιχνίδι του εμφυλίου πολέμου – Tiqqun

***

Η μετάφραση έγινε από το http://www.bloom0101.org/grandjeu.pdf, όπου μπορούν να βρεθούν πολλά ακόμη κείμενα σχετικά με το περιοδικό Tiqqun, και την “Αόρατη Επιτροπή”.

Το εξαιρετικό παιχνίδι του εμφυλίου πολέμου – Tiqqun http://rioter.info

Κανών υπ’ αρ. 1
Μέχρι νεωτέρας, άπαντα τα δικαιώματά σας καθίστανται ανενεργά. Ασφαλώς, θα ήτο καλό να διατηρούσατε για λίγο την ψευδαίσθηση ότι έχετε ακόμα τέτοια. Επίσης, δεν θα τα παραβιάσουμε παρά μόνο ένα προς ένα, ανά φορά και περίσταση.

Κανών υπ’ αρ. 2
Καλά θα κάνετε να είστε συνεργάσιμοι: Δε μιλάμε πια για τήρηση της νομιμότητας, για το Σύνταγμα κι άλλα τέτοια τρυφηλά απαυγάσματα περασμένων εποχών. Εδώ και καιρό, όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, έχουμε περάσει νόμους που μας τοποθετούν υπεράνω του νόμου και -σε ό,τι το αφορά- του Συντάγματος.

Κανών υπ’ αρ. 3
Είστε απομονωμένοι, αδύναμοι, συγχυσμένοι, κακοποιημένοι. Είμαστε η πλειοψηφία, οργανωμένοι, ισχυροί κι εμείς ξέρουμε. Κάποιοι θα έλεγαν ότι είμαστε ένα είδος μαφίας. Λάθος, είμαστε
Η Μαφία, αυτή που έχει εκτοπίσει κάθε άλλη τέτοια. Εμείς και μόνον, είμαστε σε θέση να σας παρέχουμε προστασία από το χάος του κόσμου. Γι αυτό μάλιστα, μας ευχαριστεί να σας χώνουμε καλά μες το κεφάλι την αίσθηση της αδυναμίας σας, της “ανασφάλειάς” σας. Γιατί αυτή, είναι ανάλογη με την κερδοφορία της μαφίας μας.

Κανών υπ’ αρ. 4
Το παιχνίδι, απ’ τη μεριά σας, συνίσταται στο να δραπετεύσετε ή έστω να αποπειραθείτε να το σκάσετε. Με το να δραπετεύσετε, εννοούμε: Να ξεπεράσετε την κατάσταση της εξάρτησής σας. Προς στιγμήν, ας το παραδεχτούμε, είστε απόλυτα εξαρτημένοι από μας, σε κάθε πτυχή της ζωής σας. Παράγουμε αυτά που τρώτε, μολύνουμε τον αέρα που αναπνέετε, είστε στο έλεός μας για το παραμικρό, και πάνω απ’ όλα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα ενάντια στην παντοδυναμία της αστυνομίας μας, για την οποία επιφυλάσσουμε κάθε κάλυψη, όσον αφορά τόσο τη δράση όσο και την εκτίμησή της.

Κανών υπ’ αρ. 5
Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να αποδράσετε μόνοι. Είναι απαραίτητο να ξεκινήσετε χτίζοντας την αναγκαία αλληλεγγύη. Προκειμένου να γίνει το παιχνίδι πιο δύσκολο, έχουμε προοικονομήσει τη ρευστοποίηση κάθε αυτόνομης κοινωνικής σχέσης. Έχουν άπασες υποκατασταθεί απ’ την εργασία: την κοινωνικότητα υπό έλεγχο. Μπορείτε να της διαφύγετε μέσω της κλοπής, της φιλίας, του σαμποτάζ και της αυτοοργάνωσης. Διευκρινιστικά, όλα τα μέσα της απόδρασής σας, τα κάναμε να συνιστούν ποινικά αδικήματα, εγκλήματα.

Κανών υπ’ αρ. 6
Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως: οι εγκληματίες είναι οι εχθροί μας. Αλλ’ εσείς μπορείτε να κρατήσετε αυτό: οι εχθροί μας είναι εγκληματίες. Ακόμα και μεταξύ των λιγότερο πιθανόν να λιποτακτήσουν, ο καθένας ανάμεσά σας είναι ένας δυνητικά εγκληματίας. Γι αυτό είναι καλό να κρατούμε τους αριθμούς που καλέσατε απ’ το τηλέφωνό σας, να μπορούμε να σας εντοπίσουμε ανά πάσα στιγμή μέσω των κινητών σας, και να γνωρίζουμε τις συνήθειές σας απ’ τις πιστωτικές σας κάρτες.

Κανών υπ’ αρ. 7
Στο μικρό μας παιχνίδι, αυτοί που θα βγουν απ’ την απομόνωσή τους θα ονομάζονται από δω και στο εξής “εγκληματίες”. Όσον αφορά αυτούς που έχουν τα κότσια να αμφισβητήσουν την κυριαρχία μας, ας τους αποκαλούμε “τρομοκράτες”, τί λέτε; Αυτοί, θα μπορούν να δολοφονούνται ελεύθερα.

Κανών υπ’ αρ. 8
Γνωρίζουμε καλά, πως η ζωή στην κοινωνία μας προσφέρει τόση απόλαυση όσο κι μια διαδρομή με τον προαστιακό. Ότι μέχρι στιγμής, ο καπιταλισμός, παρ’ όλον τον πλούτο του, δεν έχει παράγει παρά παγκόσμια απόγνωση. Ότι η τάξη μας -τρώγοντας τις σάρκες της- δεν έχει άλλο επιχείρημα πέρα απ’ τις σφαίρες της για να διαφυλαχτεί. Αλλά τί θέλετε πιά; Αφού, έτσι είναι! Σας έχουμε αφοπλίσει πνευματικά, σωματικά και διατηρούμε το μονοπώλιο όλων αυτών που απαγορεύονται σε σας: βία, ενοχή, αορατότητα. Ειλικρινά, το ίδιο δε θα κάνατε κι εσείς στη θέση μας;

Κανών υπ’ αρ. 9
Είστε όλοι φυλακισμένοι.

Κανών υπ’ αρ. 10
Δεν υπάρχουν άλλοι κανόνες. Όλες οι επιθέσεις επιτρέπονται.

Εκ της Κυβερνήσεως

_

ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ

«Το έθνος μας επήρε τα όπλα κατά των τυράννων του. Τετρακόσιους χρόνους είμεθα σκλάβοι των Οθωμανών και τώρα εγίναμε ελεύθεροι, δώσαντες το αίμα μας δια την ελευθερίαν της πατρίδος. Εις όλα τα μέρη οι Γραικοί πολεμούν δια την ελευθερία των και μόνο εις τα νησιά οι κοτζαμπάσηδες, δεν είδαν με καλό μάτι την ανάστασιν του Γένους. Αυτοί είχαν πάντα το ένα τους και νιτερέσα με τους Οθωμανούς. Μαζί με τους μπέηδες και πασάδες μάς καταπίεζαν, μας έπαιρναν το βιός μας, μας καταφρονούσαν, μας έγδυναν, μας ρουφούσαν το αίμα μας, τσερεμέτιζαν και πλούτιζαν από τον ιδρώτα μας. Αυτοί οι σκλιάδες θέλουν να μας σκλαβώσουν πάλιν, καταλύοντες την ελληνικήν διοίκησιν και καλούντες τον Καπουδάν Πασά να καταλάβει την νήσον μας. Το τι μας περιμένει αν έλθουν οι Τούρκοι το καταλαβαίνετε. Όχι μόνον θα χάσωμεν την ελευθερίαν μας και θα ατιμασθώμεν εις τα όμματα όλων των Ελλήνων και Ευρωπαίων, αλλά θα γίνωμεν τρεις φορές σκλάβοι από την πριν κατάστασίν μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνει. Έχωμεν την δύναμιν να εμποδίσωμεν το κακόν, αλλά πρώτα πρέπει να βάλωμεν νέαν τάξιν και να ιδρύσωμεν νέον σύστημα εις τον τόπον μας.

Η νήσος Άνδρος είναι κι αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του υπερτάτου όντος αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαία Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα δια να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διότι και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον  τον ζυγόν των Τούρκων αλλά και των αρχόντων; Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας μας και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. Οι προπάτορες των αρχόντων μας ήλθον εις το νησί μας από άλλα μέρη ως κατακτηταί και με την βίαν εξουσίασαν το καλύτερο μέρος της γης, χωρίς να έχουν προς τούτο κανένα δικαίωμα περισσότερον από τους άλλους, εκτός από το δικαίωμα του ισχυροτέρου. Και άλλους μεν από τους εντόπιους ιδιοκτήτας και καλλιεργητάς εξόντωσαν και άλλους έκαμαν σκλάβους τους. Οι σημερινοί λοιπόν άρχοντες, απόγονοι των κατακτητών και σφετεριστών της γης των πατέρων μας, κανένʼ δικαίωμα δεν έχουν να κρατούν αυτήν δια την ιδικήν των ωφέλειαν και κατατυράννευσιν και λήστευσιν ημών.

Ο καιρός της ελευθερίας μας ήλθεν, ας αποτινάξωμεν λοιπόν τον ζυγόν κι ας καταργήσωμενν τα προνόμια των αρχόντων μας. Όλοι οι Γραικοί θα επικροτήσουν την πράξιν μας και θα συντρέξουν εις την απόφασίν μας αυτήν. Ήλθεν η ώρα να καταργήσωμεν την αθλιότητα, να απαλλάξωμεν την κατάντια μας και να δώσωμεν το παράδειγμα και εις τους λοιπούς νησιώτας και τους άλλους Γραικούς οπού στενάζουν από την αγροτικήν σκλαβιάν.

Η γη ανήκει εις ημάς τους δουλευτάς της και όχι εις τους ολίγους τουρκάρχοντας που την νέμονται με το δικαίωμα του ισχυροτέρου το οποίον απέκτησαν από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς κατακτητάς. Ο εθνικός αγών μας δια να πάρει ουσιαστικήν σημασίαν πρέπει να ολοκληρωθεί με την κατάργησιν κάθε προνομίου και κάθε δικαιώματος τα οποία υποβιβάζουν την πλειονότητα των γεωργών εις την κατάστασιν του δούλου. Η ένωσις φέρει την δύναμιν και θα μας δώσει την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοκτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης.

Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα κολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Και αυτό είναι στο χέρι μας αρκεί να μην δειλιάσωμεν. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαβαίνει τον καρπόν των η κομμούνα μας και θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον τους και τη δούλευσίν τους. Διʼ όλα αυτά θα γίνει σύναξις εις την Μεσαριάν, δια να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις. Το φέρσιμό μας αυτό θα μας κάνει πρωτολάτας εις τον δίκαιον αγών όλων των κολλίγων και θα γίνει άκουσμα εις όλα τα μέρη της πατρίδος και εις όλον τον κόσμον και παντού θα μας επαινέσουν και θα μας δώσουν δίκαιον»

«ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ»

ΔΗΜ. ΠΑΣΧΑΛΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΑΫΡΟΝ

1973

Το κείμενο δόθηκε από τον Δημ. Πασχάλη στο Γ. Κορδάτο και το παρέθεσε ολόκληρο στο έργο του «Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως» Εκδόσεις Διεθνούς Επικαιρότητος, Αθήνα 1972

Μηδενισμός και Γυναίκες

«Μηδενισμός και Γυναίκες» – High Priest Wombat, KSC


Η πρακτική του μηδενισμού είναι η επίθεση στην ολότητα δίχως  την ελπίδα ότι μπορεί να προκύψει κάποια πρόοδος. Δεν προχωράμε προς μια καλύτερη κοινωνία, παρά τις ρητορικές τις  αριστεράς. Ποιές είναι οι επιλογές μας; Να κάτσουμε στ’ αυγά μας  και να αποδεχτούμε τις συνθήκες που μας έχει επιβάλλει η μια ή η  άλλη ιδεολογία; Να υποκρινόμαστε ότι οι μεταρρυθμίσεις ή το  κοινωνικό κράτος αξίζουν μια δεκάρα καθώς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αφομοιώνει τους αγώνες μας; Να μπούμε στο πετσί του  ρόλου του θύματος ή του μάρτυρα και να θέσουμε τους εαυτούς  μας στην υπηρεσία της μιζέριας και του οίκτου;

Η υπάρχουσα τάξη είναι μια αποτυχία όμως δεν μπορούμε ούτε να  αποδράσουμε από την ολότητα της, ούτε έχουμε πουθενά να  κρυφτούμε. Δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη πως θα αλλάξουμε την  κοινωνία όπως είναι, αν δεν την καταστρέψουμε εκ θεμελίων.

Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από τα θέλγητρά της, αυτό είναι το συμφέρον μας. Κάθε άλλη δράση, κριτική ή όχι, οδηγεί στην αποδοχή της. Δεν πρέπει να περιοριστούμε σε έναν αγώνα αλλά οι δράσεις μας να επεκταθούν σε κάθε όψη της ζωής.

Μηδενισμός, Φεμινισμός και Αριστερά

Η ιστορία του μηδενισμού στη Ρωσσία ξεκίνησε ως ένα φοιτητικό κίνημα, μια αντι-κουλτούρα που γρήγορα γιγαντώθηκε σε μια ικανή δύναμη απελευθερώνοντας τις «νέες γυναίκες» της Ρωσσίας. Οι δράσεις των μηδενιστών ήταν τέτοιες που οι μηδενίστριες μπόρεσαν να γίνουν ένα αναπόσπαστο κομμάτι κάθε μεγάλης αναταραχής. Όμως τί σχέση είχε αυτό με τον φεμινισμό; Ο φεμινισμός, καταρχήν, φαίνεται σε πολλούς σαν το μονοπώλειο της γυναικείας χειραφέτησης και η καρδιά των γυναικείων συμφερόντων. Σαν ολότητα, ο φεμινισμός όχι μόνο έκανε το γυναικείο ζήτημα μια προτεραιότητα για την αριστερά, αλλά βοήθησε στην αλλαγή του ρόλου των γυναικών σε όλο τον κόσμο. Βοήθησε στην απόκτηση από τις γυναίκες του δικαιώματος να
ψηφίζουν, τις έβγαλε από την κουζίνα και τις έβαλε στη δουλειά δίπλα στους άνδρες, καθώς επίσης βοήθησε στην αποδοχή της αντισύλληψης ώστε τελικά μια γυναίκα να μπορεί να αποφασίζει για το είδος της οικογένειας, της σχέσης και της ζωής που επιθυμεί.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο είναι αποτυχημένο καθώς υποτάσσεται σε όλες τις συμβάσεις της αριστεράς. Η ψηφοφορία νομιμοποιεί το κράτος σαν τον φορέα της προόδου και της αλλαγής, κι αυτό είναι το μακρύτερο που μπορεί να φτάσει η αριστερά, ακόμα κι εκεί όπου κυριαρχεί. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, η ψηφοφορία δημιουργεί μια ψευδή σιγουριά ότι κάτι θα αλλάξει επιτέλους και θέτει τη γυναικεία ζωή στη διάθεση της πολιτικής ηθικής να την κρίνει. Ζητήματα όπως η νομιμοποίηση των εκτρώσεων διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο, ενώ οι ίδιες οι γυναίκες σπάνια κατανοούν ότι είναι οι κοινωνικές αλλαγές που επηρρεάζουν τους νόμους, κι όχι τόσο οι αλλαγές των νόμων που επηρρεάζουν την κοινωνία.

Η διαμάχη των ιδεολογιών διαπερνά τα εθνικά και παγκόσμια πολιτικά τοπία, και εμφανίζεται τόσο εντός όσο κι εκτός των κοινοβουλίων. Τα πιο συντηρητικά και τα πιο φιλελεύθερα κράτη θα χαρίσουν τελικά στους υπηκόους τους κάποιες μεταρρυθμίσεις ή κοινωνικές παροχές, είτε για να αποθαρρύνουν μια ιδεολογία μη-ανεκτή από το τρέχον καθεστώς, είτε για να συγκρατήσουν τις μάζες από μια πιθανή ανταρσία. Βλέπουμε τους σοσιαλιστές και τους φιλελεύθερους να αντιμάχονται για τις κοινωνικές παροχές παρά την αντίθετη ρητορική τους. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν αντίστοιχα οι συντηριτικοί και οι φασίστες που προσπαθούσαν να αναπτύξουν προγράμματα πρόνοιας και ελεγχόμενων κοινωνικών παροχών. Πολιτική άλλωστε σημαίνει διαχείρηση του κράτους.

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός και ο αναρχο-φεμινισμός είναι δυο τοποθετήσεις που είτε αδιαφορούν για τη ψηφοφορία είναι την απορρίπτουν εξ αρχής. Αμφισβητούν τα κοινωνικά μοντέλα της  πατριαρχίας, με τον αναρχο-φεμινισμό να συνδέει τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος. Αυτοί οι συχνά μαχητικοί αριστεριστές αποτυγχάνουν καθώς πιέζουν τη γυναίκα να αποδεχτεί ένα ρόλο θύματος, κάνοντας συχνά φεμινιστικές συζητήσεις σε ομάδες «θεραπείας», συσκοτίζοντας το μίσος για την κυριαρχία, κι επιτιθέμενες στο «ρόλο των ανδρών» αντιπαραβάλλοντάς τον σε έναν «ρόλο των γυναικών», χωρίς να ξεφεύγουν από αυτή τη λανθασμένη διχοτόμηση, ώστε να δουν τους ίδιους τους ρόλους  που πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση.

Δε στράφηκαν όλες οι γυναίκες ιστορικά στο φεμινισμό. Οι μηδενίστριες της Ρωσσίας έχουν ένα αξιόλογο ιστορικό δράσης για την απελευθέρωση της γυναίκας, χωρίς να διαχωρίζουν αυτόν τον αγώνα από τους άλλους αγώνες των μηδενιστών. Όπως θα δούμε οι ρωσσίδες μηδενίστριες προχώρησαν την μηδενιστική στρατηγική σε ολόκληρη την προσωπική ζωή τους και απέκτησαν έναν συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο στο καταστροφικό έργο για το οποίο έγιναν
γνωστοί οι ρώσσοι μηδενιστές.

Η ιδρυτική περίοδος

Αναφορικά με το «γυναικείο ζήτημα» οι μηδενιστές αντιμετώπιζαν στη Ρωσσία εντελώς διαφορετικές συνθήκες απ’ ό,τι οι σοσιαλιστές της Δυτικής Ευρώπης ή ακόμα οι φεμινίστριες της νέας αριστεράς.
Κατ’ αρχήν, η ψηφοφορία ήταν ολωσδιόλου εκτός συζήτησης, καθώς ούτε οι άνδρες ψήφιζαν, εκτός από κάποιες ασήμαντες τοπικές εκλογές. Αδιαφορούσαν επίσης για την κατοχύρωση δικαιωμάτων, δεν υπήρχε κάποιο σύνταγμα στο οποίο θα μπορούσαν να αναφέρονται, ο τσαρικός αυταρχισμός ήταν απόλυτος. Επίσης δεν τους ενδιέφεραν τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία, κάτι που ζητούσε σχεδόν κάθε φιλελεύθερη φεμινίστρια στην Ευρώπη. Αυτό που ήθελαν οι γυναίκες ήταν να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην καριέρα, και να απολαμβάνουν μια υψηλού επιπέδου, δεδομένων των συνθηκών, σεξουαλική ελευθερία.

Στα τέλη του 1850, η τσαρική Ρωσσία έβαλε μπροστά κάποιες παραχωρήσεις στις γυναίκες, όπως το να τους επιτρέπεται η είσοδος στα πανεπιστήμια που είχαν ανοιχτόμυαλους καθηγητές, σε κλειστούς κύκλους μαθημάτων. Βέβαια, αυτό σήμαινε νέα προβλήματα, όπως η έλλειψη υποδομών, περιορισμένοι χώροι, τα οποία ποικίλλαν ανά τόπους, και ανά εποχή. Ταυτόχρονα, η υψηλόβαθμη εκπαίδευση ήταν για τις γυναίκες το πρώτο βήμα προς την πολιτική αντίδραση, κάτι που έθετε σε κίνδυνο την πανεπιστημιακή τους φοίτηση.

Αυτό συνδέεται κάπως και με το γεγονός ότι στη Ρωσσία οι άνδρες κρατούσαν τα διαβατήρια των γυναικών. Τα διαβατήρια ήταν πολύ σημαντικά στη Ρωσσία, καθώς ήταν απαραίτητα για την μετακίνηση ακόμα και στην κοντινότερη πόλη, πόσο μάλλον σε διαφορετική χώρα. Έτσι, ο πατέρας ή ο σύζυγος μπορούσε να αρνηθεί να δόσει στην κόρη ή τη σύζυγό του το διαβατήριό της, εμποδίζοντάς την να μετακινηθεί νόμιμα. Αυτό μπορούσε να την εμποδίσει απ’ το να πάει σε ένα πανεπιστήμιο πχ της Αγίας Πετρούπολης. Μιας και οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις ήταν περιορισμένες, το αίτημα για τα διαβατήρια έγινε ουσιώδες συμπλήρωμα της διεκδίκησης για εκπαίδευση, αν και ακόμα κι αν μια γυναίκα είχε διαβατήριο εξακολουθούσε να δυσκολεύεται να βρεί κάπου να μείνει μόνη.

Ένας τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκαν αρκετές γυναίκες στο πρόβλημα αυτό των διαβατηρίων ήταν μέσω του γάμου. Αυτό φυσικά φαίνεται κάπως αντιφατικό αν θεωρήσουμε την παραδοσιακή φεμινιστική τοποθέτηση που αντιμετωπίζει συχνά το γάμο σαν υποδούλωση. Όμως δεδομένης της κατάστασης ήταν ο μόνος τρόπος. Αυτό που έκαναν οι ρωσσίδες γυναίκες ήταν να βρουν κάποιον ανοιχτόμυαλο άνδρα ώστε να κάνουν έναν «λευκό γάμο». Ο γάμος, ως τελετή, δεν ήταν ψεύτικος καθώς κάθε γάμος σύμφωνα με το ρωσσικό νόμο έπρεπε να τελείται στην εκκλησία. Ωστόσο, μετά το γάμο, η νύφη συνήθως ευχαριστούσε εν συντομία το γαμπρό και έφευγε για κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού για να σπουδάσει χημεία, μαθηματικά, ιατρική ή άλλες επιστήμες.

Αυτοί οι «λευκοί γάμοι» συνοδεύονταν από την πρακτική της πολυγαμίας. Στην πράξη, η γυναίκα μπορεί να είχε έναν κανονικό γάμο στο ιστορικό της, αλλά μετά από λίγο καιρό άλλαζε διαδοχικά εραστές. Μέσα από την πρακτική αυτή φαίνεται πως προάγεται ένας ηδονιστικός τρόπος ζωής, ωστόσο οι γυναίκες συχνά ήταν πολύ πιο συγκρατημένες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της πολυγαμίας ήταν ότι οι γυναίκες είχαν έναν δικό τους χώρο. Έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν μεγαλύτερη διακριτικότητα, αλλά και μεγαλύτερη σεξουαλική ελευθερία. Αυτή η πρακτική οδηγούσε προφανώς και στο σχηματισμό οικογενειών εκτός γάμου. Αυτές οι «νέες οικογένειες» (κατά το «νέοι άνθρωποι» όπως αποκαλούνταν οι μηδενιστές στη Ρωσσία) αρχικά έμοιαζαν σαν οικογένειες βασισμένες σε γάμο που κατέληξε σε διαζύγιο, και συγκροτούνταν περισσότερο βάσει των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων που είχαν οι νέεοι άνθρωποι
που τις δημιουργούσαν. Αυτές οι νέες οικογένειες ήταν παράνομες και μπορούσαν κάλλιστα να χωριστούν ξανά, αν τις ανακάλυπταν οι αρχές, αν και κάτι τέτοιο δε συνέβαινε συχνά, και το αν μια γυναίκα ήταν νόμιμη ή όχι σύζυγος κάποιου έγινε γρήγορα δυσδιάκριτο αν όχι τελείως άνευ ουσίας.

Ο ορθολογικός εγωισμός του Chernyshevsky

Η πρακτική της πολυγαμίας καταγράφηκε από την επαναστατική λογοτεχνία της εποχής. Το έργο του Chernyshevsky: «Τί πρέπει να γίνει» ήταν η μεγαλύτερη επιρροή, όχι μόνο στις μηδενίστριες, αλλά συχνά συγκαταλέγεται ανάμεσα στις βασικότερες επιρροές κάθε ρώσσου επαναστάτη. Το «Τί πρέπει να γίνει» ή αλλιώς το «Κρίσιμο Ερώτημα» είχε εμπνευστεί από μια φίλη του Chernyshevsky, μεγάλο μέρος της ζωής της οποίας περιγράφεται στο βιβλίο αυτό. Η προσέγγιση του Chernyshevsky στο γυναικείο ζήτημα ήταν στα γνώριμα μονοπάτια των υπόλοιπων μηδενιστών και διέφερε συνολικά από το φεμινισμό. Δεν υπήρχαν στο σκηνικό του οι αίθουσες των πανεπιστημίων, οι αγωνίστριες φοιτήτριες που μαζεύουν υπογραφές κλπ. Αντίθετα ο Chernyshevsky προβάλλει τις ατομικές απόπειρες. Ανάγνωση βιβλίων, μαθήματα από φίλους, σχηματισμός κύκλων συζήτησης και αλληλο-μόρφωσης.

Το «Τί πρέπει να γίνει» δεν αμφισβητεί απλά το ρόλο της μονογαμίας, αμφισβητεί τη γυναικεία οικονομική ανεξαρτησία. Αντλώντας αναφορές από τον Proudhon και άλλους σοσιαλιστές πριν τον Marx καθώς κι από την πρακτική των ρώσσων καλλιτεχνών, ο Chernyshevsky σκηνοθετεί μια φανταστική κολλεκτίβα ρούχων όπου η Vera γίνεται συνάδελφος με τις υπαλλήλους της, μοιράζεται τα κέρδη μαζί τους, τις μυεί στη διεύθυνση της επιχείρησης και τις διδάσκει πως να γίνουν ανεξάρτητες μέσα από την «προοδευτική» λογοτεχνία.

Για τον Chernyshevsky, οι άνδρες έπρεπε να υποτάσσονται στις συζύγους τους καθώς τα πράγματα ήδη είχαν φτάσει σε οριακό σημείο υπέρ του άνδρα. Οι άνδρες έπρεπε να είναι απόλυτα πιστοί ενώ οι γυναίκες θα ήταν ελεύθερες να κάνουν ότι επιθυμήσουν. Αυτό θεωρήθηκε μέρος του «ορθολογικού εγωισμού» που υπερασπιζόταν ο Chernyshevsky. Ο πόνος που θα σήμαινε για το μεμονωμένο αρσενικό θα ήταν απειροελάχιστος μπρος στη θέση στην οποία είχαν υποβληθεί οι γυναίκες. Ο ορθολογικός εγωισμός του Chernyshevsky φτάνει στα όριά του όταν διαλαλεί πως είναι το άτομο που οφείλει να σταθεί απέναντι στην κυριαρχία. Κάτι τέτοιο διακρίνεται καλύτερα όταν η Vera λέει στο σύζυγό της «αν ένα πρόσωπο πιστεύει για τον εαυτό του ότι δεν μπορεί, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί. Οι γυναίκες έχουν πιστεί ότι είναι αδύναμες, κι έτσι νιώθουν αδύναμες και τελικά καταλήγουν να είναι αδύναμες».

Μια αδυναμία στη σκέψη του Chernyshevsky είναι στη σχέση ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Η πρακτική της πολυγαμίας εξιδανικεύεται και οι γυναίκες ανεβαίνουν σε ένα βάραθρο, όπου βρίσκονται ψηλότερα από κάθε επιθυμία του άνδρα. Το σεξ ως σαρκική ηδονή απορρίπτεται ως μη-ικανοποιητικό, και εδώ ο Chernyshevsky φαίνεται να αντανακλά κατά κάποιο τρόπο το πουριτανικό πνεύμα της εποχής του. Ωστόσο, παρά το ρομαντισμό που καλύπτει τις σκέψεις του πάνω στο σεξ, το βιβλίο του δέχτηκε σκληρή κριτική για τους χαρακτήρες του που διαπράττουν μεταξύ άλλων, εκτρώσεις, διγαμίες, πορνεία, μαστροπεία κλπ. Αυτή η κριτική έμελλε να συνοδεύει τους μηδενιστές για δεκαετίες.

Ο Chernyshevsky επίσης φετιχοποιεί την εργασία με τον Lopukhov, έναν από τους χαρακτήρες του, λέγοντας πως «αν δεν προηγηθεί η εργασία, η διασκέδαση, η ξεκούραση, η πλάκα ή η γιορτή δε σημαίνουν τίποτα». Αυτές οι απόψεις δείχνουν μια επιρροή από τους γάλλους σοσιαλιστές όπου οι κοπερατίβες θεωρούνταν ως η μόνη διέξοδος από τη βαρβαρότητα της ανόδου της βιομηχανικής κοινωνίας, και αρκετοί θεωρούσαν τις κοπερατίβες σαν έναν τρόπο να λειτουργήσει η κοινωνία χωρίς τον κρατικό έλεγχο.

Η άποψη αυτή, ότι είναι η σκληρή δουλειά που δίνει την ευχαρίστηση στον ελεύθερο χρόνο, ωθείται ακόμα παραπέρα από το τέταρτο όνειρο της Vera. Το τέταρτο όνειρό της είναι γεμάτο από φουτουριστικά οράματα χρυσών αγρών, γόνιμων κοιλάδων, εργατών που τραγουδάνε στον ήλιο επιστρέφοντας στα γυάλινα και κρυστάλινα κοινόβιά τους όπου γέροι και παιδιά τους σερβίρουν πλούσια γεύματα. Μια ουτοπία όχι και τόσο σοβαρό, και παρά τις αμφιλεγόμενες σοσιαλιστικές ιδέες του Chernyshevsky, ο μηδενισμός του αναζωογόνησε τα πράγματα του καιρού του.

Το τέλος της ιδρυτικής περιόδου και το ξεκίνημα της επαναστατικής περιόδου

Ο παλιός μηδενισμός, όπως είναι γνωστό, δεν περιοριζόταν σε μια πρόταση για το γυναικείο ή άλλα ζητήματα, όπως η φτώχεια των απελευθερωμένων δουλοπάροικων που τράβηξαν την προσοχή των μηδενιστών. Προσπάθειες προπαγάνδας και αγκιτάτσιας σε αυτό το πεδίο κατέληξαν μόνο σε περισσότερες συλλήψεις, περισσότερους εξόριστους στη Σιβηρία και περισσότερους δολοφονημένους σε αποτυχημένες εξεγέρσεις. Αυτό το κλίμα μπόρεσε να ξεπεραστεί μόνο με την ώθησε των παλιών μηδενιστών στο τέλος της ιδρυτικής περιόδου τους με την απόπειρα δολοφονίας του Τσάρου στα 1866, που ακολουθήθηκε από την «λευκή τρομοκρατία» του κράτους. Τα μηδενιστικά έντυπα καταργήθηκαν, οι μεταρρυθμίσεις αφέθηκαν στην άκρη, και το εκπαιδευτικό σύστημα αναδομήθηκε ώστε να μην αφήνει περιθώρεια για μια όξυνση του εξεγερτικού πνεύματος που εξέθρεφε.

Τότε εμφανίζεται ο Nechayev, που οι φανταστικές μυστικές ενώσεις του καταλήγουν σε μια δολοφονία ενός από τους
συντρόφους μιας πραγματικής μυστικής ένωσής του. Κυρίως όμως, ο διαβόητος Nechayev τράβηξε την προσοχή στην «Κατήχηση του Επαναστάτη» και βοήθησε να διαδοθεί η φλόγα μιας επαναστατικής ανάκαμψης του μηδενισμού. Η επαναστατική περίοδος άνοιξε με τη μηδενίστρια Vera Zasulich. Οι δυσαρεστημένοι εργάτες είχαν αποφασίσει να δείξουν στους φοιτητές και στους διανοούμενους ότι μπορούσαν να διαδηλώσουν οι ίδιοι και κατέκλυσαν την πλατεία της παναγίας στο Kazan στα 1876. Φυσικά, η αστυνομία διέλυσε τη συγκέντρωση και πραγματοποίησε συλλήψεις. Ένας από τους συλληφθέντες, με το όνομα Bogolyubov, αν και μόλις έφτανε στη συγκέντρωση όταν η αστυνομία την είχε διαλύσει, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Ενώ ο Bogoluybov κρατούνταν στις φυλακές της Αγ. Πετρούπολης, ο στρατηγός Trepov και γενικός διοικητής της πόλης, τις επισκέφτηκε προκειμένου να διαπιστώσει την έλλειψη πειθαρχίας των κρατουμένων. Προφανώς, η φυλακή είχε πολλούς ακόμη μηδενιστές που περίμεναν να δικαστούν με
τους «193» που συμμετείχαν σε εξεγερτικές δραστηριότητες αγκιτάτσιας ανάμεσα στους δουλοπαροίκους.

Ο Trepov ήταν βρέθηκε μπροστά σε μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο. Ενώ επιτηρούσε την πτέρυγα του Bogolyubov, έτρεξε προς το μέρος του, βλέποντάς τον να φοράει το καπέλο του παρόλο που βρισκόταν μπροστά σε κάποιον επίσημο». Ο Trepov έσκισε το καπέλο του και του επιτέθηκε με τις γροθιές του, ενώ έπειτα διέταξε να τον μαστιγώσουν. Και τον μαστίγωσαν μέχρι να βυθιστεί στην παράνοια μπροστά στους άλλους φυλακισμένους ώστε να χρησιμεύσει σαν παράδειγμα.

Το περιστατικό αυτό οδήγησε σε μια εξέγερση στις φυλακές και τελικά η Vera Zasulich στάθηκε αυτή που πήρε μια πρωτοβουλία που σκέφτονταν πολλοί, πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Στρατηγό Trepov. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ήταν ξεκάθαρη, η Zasulich παραδέχθηκε ότι ήταν αυτή που πυροβόλησε, υπήρχαν πολλοί μάρτυρες και αποδείξεις, το δικαστήριο φάνηκε να κάνει μια κίνηση καλής θέλησης, απελευθερώνοντας τη Zasulich, ενώ έξω από την αίθουσα ένα μαινόμενο πλήθος διαδήλωνε. Η Zasulich αποχώρησε βιαστικά προκειμένου να μη ξανασυλληφθεί.

Η συνομωσία κυραρχούσε στον επαναστατικό χώρο και οι «λευκοί γάμοι» πήραν ένα επαναστατικό περιεχόμενο μέσα από αυτή. Παριστάνοντας τα παντρεμένα ζευγάρια και χρησιμοποιώντας πλαστά διαβατήρια, παράνομοι άνδρες και γυναίκες νοίκιαζαν διαμερίσματα σε στρατηγικά σημεία. Από τη στιγμή που οι «οικοδεσπότες» εγκαθίσταντο, κατέφταναν κι άλλοι παράνομοι, που πήγαιναν κι έρχονταν ακατάπαυστα χωρίς να χρειάζεται να νοικιάζουν στο όνομά τους διαμερίσματα. αλλες φορές αυτά ήταν απλά καταφύγια κοινοβιακής ζωής, κι άλλες πλήρως εξοπλισμένες γιάφκες.

Αυτές οι συνομωσίες οδήγησαν κατά τα φαινόμενα και στο ιστορικό σημείο-καμπή για τους μηδενιστές, τη δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου ‘Β. Πολλές γυναίκες παίξαν έναν σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές. Η Vera Figner συμμετείχε σε μια συνομωσία προκειμένου να τοποθετηθεί μια νάρκη κάτω από τις σιδηροδρομικές ράγες που θα περνούσε το τραίνο του Τσάρου, ωστόσο κάτι τέτοιο εγκαταλείφθηκε λόγω των καιρικών συνθηκών. Η Sophia Perovsky, που είχε αποδράσει από την εξορία έκανε μια δεύτερη απόπειρα με νάρκη, αυτή τη φορά όμως κάτω από ένα δρόμο, όμως ο Τσάρος και πάλι άλλαξε τα σχέδια του ταξιδιού του, κι αυτό το σχέδιο απέτυχε. Μετά τη σύλληψη του εραστή της Perovsky, του Alexander Zhelyabov, αυτή αποφάσισε να ηγηθεί της τελικής προσπάθειας ενάντια στον Τσάρο, ξανά με μια νάρκη στο δρόμο, αλλά αυτή τη φορά προβλέπονταν και τέσσερεις ακόμη βομβιστές ακροβολισμένοι στις γωνίες, ώστε να σιγουρευτούν ότι όλα θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Κι ευτυχώς, μιας και ο Τσάρος άλλαξε ανά δρομολόγιο, αλλά αυτή που περίμενε κάτι τέτοιο, με ένα φύσηγμα της μύτης της έδωσε το σήμα στους βομβιστές να αλλάξουν θέσεις. Το τί ακολούθησε είναι πια ιστορία, ένας από τους βομβιστές έριξε τη βόμβα του κάτω από τον άξονα του οχήματος του τσάρου. Αυτός, ανέπαφος από την έκρηξη αυτή,πήρε την μοιραία απόφαση να κατεβεί να επιθεωρήσει τη σκηνή του εγκλήματος. Αυτό που τον περίμενε ήταν μια δεύτερη βόμβα που τον τραυμάτισε τελικά θανάσιμα. Παρά την επιτυχία της επιχείρησης, η Sophia Perovsky τελικά συνελήφθη και ήταν η πρώτη γυναίκα που θανατώθηκε για μια πολιτική πράξη.

Επίλογος

Στο χώρο του σήμερα, η αριστερά είναι σε πλήρη παρακμή, τα σχέδια και οι ιδεολογίες της έχουν ξεφτιλιστεί ως λειτουργικά εργαλεία της ολότητας του παρόντος συστήματος. Οι απαντήσεις που δίνει ο φεμινισμός απλά μιλούν για εξέγερση ενώ αποτυγχάνουν να ανιχνεύσουν πραγματικές θεραπείες για τα προβλήματα των σημερινών γυναικών. Αν και σήμερα κανείς δεν αμφισβητεί τα «δικαιώματα των γυναικών», η έκτρωση και τα αντισυλληπτικά παραμένουν ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ η ενδο-οικογενειακή βία δεν μπορεί να ξεπεραστεί όσες θεραπευτικές συνεδρίες κι αν γίνουν, όσες ομάδες υποστήριξης και να δημιουργηθούν. Παρά το χρόνο που δαπανάται σε συνελεύσεις για τη γυναικεία απελευθέρωση, αυτές σπάνια φτάνουν πέρα από μια αμφισβήτηση της πατριαρχίας. Η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει γίνει ένα ακριβό εμπόρευμα, διαφθείροντας ιδέες όπως ο ελεύθερος έρωτας αφαιρώντας κάθε αληθινή συναισθηματική επαφή στο σεξ, κάνοντας τον σεξουαλικό τσαμπουκά και την ποσοτικά αυξημένη διαδοχή ερωτικών συντρόφων αυτοσκοπό,κρατώντας τους εραστές απομονωμένους ακόμα κι όταν είναι σωματικά μαζί. Απ’ την άλλη μεριά, ο γάμος έχει χάσει έδαφος, ενώ το διαζύγιο είναι μάλλον ένα θέμα εύρεσης δικηγόρων και χρημάτων για τα δικαστήρια παρά οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν έχει θέσει τέλος στην παραδοσιακή οικογενειακή εικόνα με την οποία μας βομβαρδίζουν τα μίντια και οι παραδοσιακές οικογενειακές αξίες που κηρρύτει η εκκλησία. Νέα ερωτήματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους, διαμορφώνοντας το γυναικείο ζήτημα του 21ου αιώνα, μέσα από την ανάδειξη του ζητήματος του

ρόλου που παίζει το φύλο, μπρος στην εμφάνιση ανθρώπων που αλλάζουν φύλο, καθώς και των ειδών της σεξουαλικότητας που μπορούμε να επιλέξουμε. Ο φεμινισμός πρέπει να καταρριφθεί ως ένα αποτυχημένο πια σχέδιο αν θέλουμε να απαντήσουμε κατάλληλα στα ερωτήματα αυτά. Δεν μπορούμε να απαιτούμε για αλλαγές καθώς αυτό απλά δημιουργεί τη διαμεσολάβηση. Πρέπει να το καταστρέψουμε.


Πηγές:

Nihilists του Ronald Hingley
The Women’s Liberation Movement in Russia του Richard Stites
What Is To Be Done? του Nicolas Chernyshevsky
Anarchy, Nihilism and the 21st Century του Aragorn!
Underground Russia του Stepniak
Against the Logic of Submission and other essays του Wolfi

Landstreicher
At Daggers Drawn του Anon
Ideals and Ideologies των Terence Ball και Richard Dagger

[μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Σεπτέμβρης 2007]
http://www.geocities.com/anarcores/women_nihilism.html